Δευτέρα, 21 Μαΐου 2012

Γιώργος Χειμωνάς, Η ιστορία της αναίσθητης γυναίκας με μια κρυσταλλική θλίψη σαν την επίγνωση


Ο άνθρωπος είναι άνθρωπος κι έχει ένα δικαίωμα που δεν χαρίζεται και με καμιάν αγάπη με καμιά συμφορά δεν αλλάζει και δεν πεθαίνει. Κι αν το δικαίωμα πεθαίνει και πια δεν ωφελεί, τότε έρχεται η πιο ευλογημένη ώρα για Γάμο που είναι αυτή εδώ που η Σιωπή ξαφνικά κατέβηκε κι αυτοί οι νέοι βάρυναν.

Σαν λυπημένος από μιαν άλλη Γυναίκα που την έλεγαν Αιτία κι είχε το χάρισμα σα ν’ αφουγκράζεται ένα τραγούδι από γενιές. Πώς να είναι ο άνθρωπος από μέσα; Ένα θαύμα; Λυσσασμένο Πουλί να ξεφύγει απ’ την ελευθερία; Υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι που από τυραννική δεισιδαιμονία υπακούουν την αρχαία ανθρώπινη ψυχή. Αλλά υπάρχει και μια λαμπρή ευχαρίστηση, χωρίς ομιλία αλλά με σφυριχτά μουγκρίσματα, που σαν απληστία κουνιέται ρυθμικά, μια μπρος και μια πίσω και κροταλίζει τα βαριά της τάματα από σφοδρές πράξεις που έχει στο νου…


Η ιστορία της Μαρίας (από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά «Ο ΓΑΜΟΣ», Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1975)


Η ιστορία της Μαρίας. Ο Λάμπρος απάτησε την Μαρία δεκαπέντε χρονών κόρη τάζοντας την να τη στεφανωθεί κι έλαβε με αυτή τέσσερα τέκνα μια θυγατέρα και τρία αρσενικά και τα έριξε εις ορφανοτροφείο. Δεκαπέντε χρόνοι είχαν περάσει κι εζούσε η Μαρία εις το σπίτι του Λάμπρου αστεφάνωτη και την εμάραινε η ατιμία της και εις αυτό εφαίνετο αδιάφορος ο Λάμπρος και αναίσθητος εις τον πόνο και εις εκείνες τις ημέρες τούτος ο κακοήθης αλλά μεγαλόψυχος άνδρας ενωμένος. Επολεμούσε παρακινούμενος από τα δίκαια των Ελλήνων από την επιθυμία να εκδικήσει το θάνατο ενός ιερομόναχου αδελφού της Μαρίας τον οποίον είχε κάψει ζωντανόν ο τύραννος της Ηπείρου τον άγιον άνδρα όπου μέσα εις το μαρτύριο έβλεπε θεία οράματα και επροφήτευε την αναγέννηση της Ελλάδας και ο ενθουσιασμένος μάρτυρας τους εφώναζε. Παρουσιάζεται ένας νέος και τους ειδοποιεί. Ο νέος δείχνει ότι κάτι άλλο έχει να φανερώσει μυστικά του λάμπρου του οποίου μιλεί άφοβα του ξεσκεπάζεται ότι είναι κόρη. Η ωραιότης της κόρης και η ευαισθησία της εμπνέουν του Λάμπρου σφοδρότατον έρωτα και γλήγορα κατορθώνει να πλανέσει το αδύνατο και αισθαντικό κοράσι.
Ποτέ όμως μέσα εις καμμίαν άλλη δεν είχε αισθανθεί ο Λάμπρος. Βαθιά να ταραχθεί η συνείδησή του. Ενώ εκοίταζε τα χαριτωμένα κινήματα της κόρης όπου εμιλούσε ξανοίγει εις την δεξιάν της παλάμη αιματώδη σταυρό και εις τον λαιμό της πλεξίδα τα ίδια γνωρίσματα τα οποία είχε κάμει της θυγατρός της ή Μαρία σέρνει ο Λάμπρος φωνή φρίκης και η δυστυχισμένη μαθαίνει την ανέκφραστη συμφορά της. Λάμνει ο Λάμπρος και δεν την κοιτάζει. Έξαφνα ακούει βρόντο γυρίζει. Η κόρη ερίχθηκε εις τη λίμνη. Εις αυτή την ίδια νυχτιά παραμονή του Πάσχα η Μαρία της οποίας ήταν άγνωστα τα πάντα. Έστεκε μονάχη εις το παραθύρι περιμένοντας τον Λάμπρο ετραγουδούσε λυπηρά τραγούδια. Φτάνει εκείνος και τη ξαφνίζει με την τρομασμένην όψη του και της ξεμυστηρεύεται ό,τι του συνέβηκε.
Το εσπέρας της λαμπρής η δυστυχής Μαρία δέεται. Ο Λάμπρος ευρισκόμενος εις την εκκλησία και ενώ προσπαθεί να πνίξει καθώς είχε κάμει πάντοτε τη φωνή της συνείδησης και να φύγει από την εκκλησία. Η Θεία Δίκη τους στέλνει από το μνήμα τρία σαν αδέλφια έρμα και ξένα. Τα τρία αρσενικά παιδιά του όπου τον κυνηγούν και δεν τον αφήνουν να φύγει από το ναό του θεού πριν του φιλήσουν στανικώς το στόμα. Της Μαρίας επάρθη ο νους και εις την τρέλα της μεταξύ εις τα άλλα ζητάει να στεφανωθεί με τον Λάμπρο και τούτος για να την ησυχάσει διορίζει να ετοιμασθεί τάχα ο γάμος μην κλαις μην τραγουδάς της λέει. Αναγκάζω τον κόσμο! φωνάζει η Μαρία και σκόρπισαν τρομαγμένες οι προσευχές που κούρνιαζαν στον θόλο του ναού αυτή είναι ώρα γάμου. Μη από τρέλα μη θαρρείτε από διεστραμμένο παράπονο αλλά από το δικαίωμα.
Αλλά η πιο ευλογημένη ώρα για γάμο είναι αυτή εδώ. Που ολωνών μας οι ζωές τελειώσαν η θυγατέρα μου πλάγιασε στο νερό και τα αρσενικά. Εκείνα τα μικρά σώματα με τα γαλάζια πλευράκια έχουν για πάντα θαφτεί γιατί αυτά που είδες έρχεται η ώρα και τα ξεχνάς αλλά πώς να ξεχάσεις αυτά που δεν είδες πώς τα ξεχνώ. Αλλά όλα αυτά θέριεψαν τον γάμο μου κι έκαναν πιο απαραίτητο τον γάμο με μαχαίρια! θα ξεκοιλιάσω το θεό κι αρπάζω. Με το μακρύ του ράμφος ο θεός μου άρπαξε το δικαίωμα μου. Υπομεινα αυτόν το θεό που ό,τι θέλει κάνει και τον παραφυλάω σ’ αυτόν εδώ το γάμο. Ο άνθρωπος είναι άνθρωπος κι έχει ένα δικαίωμα που δεν χαρίζεται και με καμιάν αγάπη με καμιά συμφορά δεν αλλάζει και δεν πεθαίνει. Κι αν το δικαίωμα πεθαίνει και πια δεν ωφελεί. Τότε έρχεται η ώρα του γάμου. Τότε ακόμα πιο πολύ με κυριεύει το δικαίωμα το ερεθίζω και το αγριεύω κι όσο κι αν έχει λιώσει και βρωμά κι ακριβώς τότε ακόμα πιο πολύ. Ντέφι και το βροντώ και τότε η τάξη του κόσμου θα εξουσιαστεί από το δικαίωμα γιατί εγώ είμαι άνθρωπος κι έχω δικό μου νου κι άλλος ο νους του κόσμου. Ό,τι απομένει στον άνθρωπο είναι το άχρηστο δικαίωμα κι ούτε καν έναν άλλο άνθρωπο θα έχει ποτέ παρόλο που όλους τους ανθρώπους τους γεννά κι όσο πιο άνθρωπος είναι όπως εγώ τόσο πιο πολύ τους γεννά.
Όμως όλοι οι άνθρωποι γίνονται φως μέσα σ’ ένα φως κι ό,τι μου απόμεινε είναι το αφανισμένο μου δικαίωμα και διεκδικώ. Με χρέος μπολιάζω τον κόσμο τον παραδίνω στο αιώνιο χρέος! δεν τον προστατεύω πια. Ήρθε ο καιρός να χωρίσουν μέχρι θανάτου ο νους του ανθρώπου από το νου του κόσμου κι έτσι χώρισα απ’ τον κόσμο και φεύγω ρημαγμένη αλλά με μανία. Αλλά υπερήφανη αφού κανείς δεν θα περηφανευθεί ότι με πρόδωσε και προβαίνει η Μαρία να φύγει. Ντυμένη ένα βαρύτιμο νυφικό σαν από γύψο φεύγει ανέγγιχτη και φωτισμένη σαν ένας ουρανός.
Η Ιστορία της αναίσθητης γυναίκας. Η μορφή της ολοκαίνουργια και λεία και οι κινήσεις της σαν να ήταν μικρές τροχιές κεριών έτσι ευλύγιστη. Αμίλητη αλλά με μια κρυσταλλική θλίψη σαν την επίγνωση. Είπε μια σκληρή ντροπή εμποδίζει να αισθάνομαι τα αισθήματα. Μέσα σε κοίλο κόκαλο ο εαυτό της ματώνει αλλά δεν παρουσιάζεται. Αρρωσταίνει το παιδί της κι όλοι αγωνιούν. Αυτή το περιποιείται κι αφανέρωτη αγρυπνεί. Εκείνες τις ώρες έρχεται και ολοφύρεται. Είναι μια παλιά δούλα που είχε φύγει να παντρευτεί. ξαφνικά εμφανίζεται να συμπαρασταθεί στην αρρώστια του παιδιού αλλά συνέπεσε. Κι αυτηνής το παιδί είχε αρρωστήσει βαριά καθώς έρχονταν με το τρίκυκλο από πολύ μακριά. Αλλά στο δρόμο το παιδί της πέθανε. Ακούγονται έξω άγρια κλάματα. Έξω στο δρόμο η μάνα κυλιέται και μοιρολογά. Δίπλα ο άνδρας της τρομαγμένος από λύπη. Μέσα στο τρίκυκλο ένα δέμα τυλιγμένο με εφημερίδες. Δεμένο με σπάγκους το πεθαμένο παιδί.
Φλεγόμενη οικογένεια και σαν ένα ανθρώπινο αυγό σπασμένο και χυμένο εκεί στο δρόμο. Οι θρήνοι της μάνας δεν έχουν τελειωμό. Αλλά η γυναίκα αναίσθητη και εξακολουθεί να φροντίζει το παιδί της δεν ακούει δεν μιλά. Το παιδί πεθαίνει κι όλοι αρχινάν τον οδυρμό. Αμίλητη η γυναίκα τραβιέται στην άκρα και στέκεται. Έξαφνα ταράζεται κι ορμά. Τρέχει στο δρόμο και στην άλλη μάνα της φωνάζει εγώ! αναλαμβάνω τον πόνο σου και θα σου αφοσιωθώ σπαράζει από τον οίκτο. Με εξημμένη συμπόνια παραστέκεται στον άλλο πόνο και σαν μην είχε κι αυτή παιδί δικό της που μόλις πέθανε. Η συμπόνια της είναι βαθιά κι ειλικρινής και σαν ένας ενθουσιασμός και αισιοδοξία. Τέλειωσε ο θρήνος της μικρής δούλας.
Ήταν ένα λιπόσαρκο κορίτσι ως δεκαεφτά χρονών. Τώρα ακίνητη και αμίλητη κάθεται στο δρόμο κι αντιστέκεται να μπει στο σπίτι. Με τις ώρες κάθεται γονατισμένη κι ανέκφραστη. Μακριά της στέκεται κι η αναίσθητη γυναίκα. Τραντάζεται από έναν παροξυσμό έγνοιας για την ξένη μάνα αλλά δεν τολμά να την πλησιάσει. Αλλά σαν να την δελέαζε από μακριά με το βίαιο οίκτο της κι ύστερα βουβάθηκε. Οι δυο γυναίκες έμειναν έξω στο δρόμο κι εκεί κάθονται με τις ώρες και σώπαιναν ασάλευτες και σαν σβησμένες.
Η ιστορία της απέραντης γυναίκας που την έλεγαν Αικατερίνη. Είναι τριαντατεσσάρων χρονών με μακρύ σώμα και λίγο σκυφτή. Απαλή από μια αγαθότητα κι αγαπά τους αδελφούς της που την έχουν. Τους ευγνωμονεί με ένα ασταμάτητο κι ήρεμο κλάμα. Που αν και είναι τόσο καταδικασμένη που την περιβάλλουν. Δυνατά και θαρραλέα παλληκάρια και τους ποθεί με αφοσίωση. Κρυφοκοιτάζει και κρυφομυρίζει χαίρεται τα αδρά τους σώματα. ήσυχη σαν κελάρυσμα η ζωή της και την φέγγει σαν φεγγάρι μια ευτυχία. Ξαφνικά ήταν ηλιοβασίλεμα κι όλα τα σκοτείνιαζε η σιωπή του ήλιου. Τότε η Αικατερίνη διαπίστωσε. Μια τρύπα και σαν οπή διαπερνούσε τον κόσμο.
Αυτή η τρύπα ανήκει στον κόσμο και υπάρχει παντού διαμέσου των πραγμάτων. Έχει ένα χρώμα άσπρο και λίγο καφετί. Δεν είναι μεγάλη και τα χείλη της λίγο ανώμαλα σαν σκίσιμο χοντρού πανιού. Λες και είχε ανοίξει από ένα χτύπημα κι εκεί που ενωνόταν με το φυσιολογικό κόσμο σα να υπήρχε ένα ελαφρύ πρήξιμο που έδινε την εντύπωση πως εκεί υπήρχε ένας πόνος. Η Αικατερίνη αισθάνθηκε την εντύπωση ότι η τρύπα επηρέαζε. Ιδίως τα πρόσωπα που από φύση είναι ευπαθή και φαινόταν σαν από διάθλαση. Τα μάτια μεγάλωναν υπερβολικά αλλά και κάπως άλλαζαν και μ’ έναν τρόπο ακαθόριστο σα να τα σκέπαζε ένα απόκρυφο κι αόρατο παραπανίσιο βλέφαρο. Αλλά η αλλαγή αφορούσε και κυρίως άλλαζε η περιοχή του στόματος. Το άνω χείλος και μάλλον ολόκληρο το μέρος μεταξύ μύτης και στόματος φάρδαινε απίστευτα και παρακολουθούσες το στόμα να χαμηλώνει και να εξαφανίζεται προς τον λαιμό. Τα μέλη γινόταν καμπύλα σα να μην είχαν πια κόκκαλα και σαν από σπάνια ασθένεια κι οστεομαλακία. Αλλ’ και σ’ όλον τον κόσμο υπήρχε.
Σα να φούσκωνε ο κόσμος από μια βαθιά κίνηση κι αργή μετατόπιση πραγμάτων από πίσω του. Η Αικατερίνη έβγαλε μια φωνή και ποτέ στον κόσμο δεν ακούστηκε τέτοια τρομαγμένη φωνή. Παρόλο που η τρύπα του κόσμου δεν είχε καμιάν απολύτως έννοια κι όπως τα φυσικά φαινόμενα που τίποτα δεν προμηνάν και δεν συμβολίζουν. Αλλά η Αικατερίνη σαν γλώσσες την τύλιξαν και της φανερώθηκαν οι απέραντες βουλές του κόσμου. Η αθανασία της Αικατερίνης οφείλεται. Το τρόμασμά της είναι η νέα γέννησή της και της άνοιξε μιαν ατέλειωτη ζωή δεν την αφήνει να πεθάνει. Λαμπάδιασε η ζωή της κι ακόμα καίγεται. Άρπαξαν την Αικατερίνη την περνούν από ακατανόμαστα μαρτύρια. Τροχοί την ξεσκίζουν. Οι βασανιστές μαίνονται και την ποδοπατούν. Αλλά η Αικατερίνη εξακολουθεί να ζει χάρη στο τρόμασμα και την αναγεννά. Σκισμένη και τα μέλη της κολλημένα στο χώμα. Πλατειά καθώς χτυπήθηκαν με σφύρες άπλωσαν κι έγιναν ένα με τη γη. Αλλά συνέχεια τρέμουν σαν ζωντανές μεμβράνες.
Στρέφει αργά το κεφάλι και σαν ν’ αναπαύεται με μικρούς στεναγμούς. Θλιμμένοι αδελφοί έρχονται και χάνονται και ξαναφαίνονται. Την παραστέκουν χωρίς να μιλάν. Αποτραβιούνται αθόρυβα όταν ξαναρχίζει το μαρτύριο. Ήσυχοι κοιτάζουν από μακριά και περιμένουν για να ξαναρθούν κοντά της. Έξη χιλιάδες νέοι κι έφηβοι παιδιά και κλείστηκαν με φωνές. Απ’ έξω ένας στρατός να πολιορκεί κι άλλος λαός και φώναζε. Ξαφνικά κατέβηκε μια σιωπή κι αυτοί οι νέοι βάρυναν. Αισθάνθηκαν ν’ αποχτούν ένα ακατανίκητο βάρος και σαν ένα τεράστιο και ταραγμένο σύμπλεγμα όπως εκείνα τα σπαραγμένα ανθρώπινα μαζώματα της καταστροφής.
Αβάσταχτα σώματα κι άρχισαν να βουλιάζουν ξαφνικά μέσα στη γη κι οι ακίνητες χειρονομίες τους αναπήδησαν από τη γη σαν τελευταίοι θάμνοι και χαθήκαν. Σ’ εκείνο το μέρος η γη δεν άντεξε και υποχώρησε σαν μια καθίζηση και χωρίς κανέναν κρότο ο σωρός βούλιαζε μαρμαρωμένος κι αργά σαν καράβι και τεντωμένα άλογα που πέφτουν σε γκρεμνό κι έσπανε σε μεγάλα κομμάτια το κάθε κομμάτι μεγαλύτερο από το ολόκληρο…

[Απ’ έξω ένας στρατός και πολιορκεί κι άλλος λαός και φώναζε. Ξαφνικά κατέβηκε μια σιωπή κι αυτοί οι νέοι βάρυναν. Αισθάνθηκαν να αποχτούν ένα ακατανίκητο βάρος και σαν ένα τεράστιο και ταραγμένο σύμπλεγμα όπως εκείνα τα σπαραγμένα ανθρώπινα μαζώματα της καταστροφής. Αβάσταχτα σώματα κι άρχισαν να βουλιάζουν ξαφνικά μέσα στη γη κι οι ακίνητες χειρονομίες τους αναπήδησαν από τη γη σαν τελευταίοι θάμνοι και χάθηκαν. Σ’ εκείνο το μέρος η γη δεν άντεξε και υποχώρησε σαν μια καθίζηση και χωρίς κανέναν κρότο ο σωρός βούλιαζε μαρμαρωμένος κι αργά σαν καράβι και τεντωμένα άλογα που πέφτουν σε γκρεμνό κι έσπανε σε μεγάλα κομάτια το κάθε κομάτι μεγαλύτερο από το ολόκληρο. Γλυστράν βαθειά και βυθίζονται βαρειά κι αργά στα μαλακά βάθη της γης που έχουν ένα τρυφερό χώμα και πιο βαθειά απ’ όλες τις ρίζες κι από όλους τους τάφους κι ακόμα πιο βαθειά κι από τις παραχωμένες άγκυρες του κακού και σκαλωμένες. Απότομα η γη έγειρε κι έκανε κλίση προς τα εκεί. Αλλά κανείς δεν πλησιάζει το βάραθρο και όλοι αποστρέφονται. Κανείς ποτέ δεν θα τολμήσει να σκύψει και να ιδεί κι ούτε κι οι μάνες. Κανείς να μην τολμήσει -

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

Γιώργος Χειμωνάς, Ψιλόβρεχε κι ένα κακό φως σκέπαζε όλη την ημέρα


Είναι ζωντανές οι ιδέες! Είδα ολόκληρη τη ζωή μου να τρέχει προς τα εμπρός, προς ένα τοίχος από φως σα να προσπαθούσα την τελευταία εκείνη ώρα να μείνω κι εγώ εκεί φωτισμένος στους αιώνες

Η ποίηση είναι το μοναδικό πράγμα στον κόσμο που έχει αιτία και γι’ αυτό αφανίζεται ρημαγμένη από κάτι που δεν έχει αιτία. Ιδού:

Την Κυβέλη την έλεγαν και Αρετή (8η συνέχεια από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά «Ο Εχθρός του Ποιητή, Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1990)
-8-
η Κυβέλη λέει μαλακά σήμερα ξύπνησα από νωρίς. Όπως κάθε μέρα ξυπνάω στις πέντε. Στο Henvic η μέρα φωτίζει στις εννέα. Είναι ακόμα νύχτα αλλά εμένα μου αρέσει να σηκώνομαι αυτήν την ώρα. Κάνει πολύ κρύο. Τυλίγομαι στην ζεστή μου βελούδινη ρόμπα και βγαίνω από το δωμάτιο. Ξυπόλυτη μου αρέσει να αισθάνομαι κάτω από τα πόδια μου το παλιό χλιαρό ξύλο. Κατεβαίνω με προσοχή την απότομη στενή σκάλα. Γελάω ξαφνικά χωρίς να το θέλω γιατί θυμήθηκα πόσες φορές μια θεία του Yannic έπεσε απ’ αυτήν την σκάλα. Πάντα γελάω με τα μικρά ατυχήματα των ανθρώπων. Ειδικά η tante Julia που φοράει όλες τις ώρες κάποια από τα παράξενα καπέλα της. Μπαίνω αριστερά στο ισόγειο στην μεγάλη κουζίνα. Είναι το πιο μεγάλο δωμάτιο του Ty Croas. Όπως σε όλα τα σπίτια του Henvic και κάθε χάραμα μαζεύονταν να φαν οι μεγάλες οικογένειες των αγροτών πριν φύγουν για την σκληρή δουλειά. Υπάρχει ένα μικρό παράθυρο προς την ανατολή κι ένα πολύ μεγάλο τετράφυλλο προς το νότο.


Στον μεσαίωνα υπήρχε ένα βαρύς φόρος για τους χωριάτες που άνοιγαν στα σπίτια τους παράθυρα προς τον ήλιο. Όλα τα σπίτια στην Βρετάννη είναι κλειστά προς την ανατολή. Ανοίγω το μεγάλο παράθυρο κι ανασαίνω βαθιά. Η υγρασία τυλίγει το πρόσωπό μου σαν μια βρεγμένη σποδός. Το ξανακλείνω κι ανάβω το μεγάλο τζάκι. Ανάβω το κηροπήγιο με τα πέντε κεριά. Κάθομαι στο μακρύ ξύλινο τραπέζι απέναντι στο μικρό παράθυρο της ανατολής. Το τραπέζι είναι ακατάστατο. Πιάτα του χθεσινού δίσκου με αποφάγια φρούτα σκορπισμένα τα ωραία κόκκινα και πράσινα χρώματα των μήλων. Παντού ξεραμένα βότανα κι άγρια λουλούδια μαζεμένα από τις πηγές του δάσους μυρίζουν βαρειά. Βράζω νερό και σε λίγο όλη η κουζίνα γεμίζει με το πηχτό άρωμα του καφέ. Αισθάνομαι σχεδόν ευτυχισμένη. Δεν σκέφτομαι τίποτα. Κοιτάζω ακίνητη συνέχεια το παράθυρο της ανατολής.
Γύρω στις οκτώ αρχίζει να φέγγει. Ο ουρανός είναι μαύρος. Τα σύννεφα πανύψηλα μεγάλα τείχη το ένα πίσω από το άλλο τον κρύβουν. Όπως τα πολλά τείχη μιας αρχαίας βασιλεύουσας. Το μπροστινό τείχος είναι πάντα το πιο αδύναμο. Γρήγορα το ρίχνουν οι άνεμοι ανοίγουν πελώριες τρύπες και φαίνεται το δεύτερο τείχος. Πιο στερεό αλλά κι αυτό αρχίζει να γκρεμίζεται. Σήμερα μέτρησα έξι τείχη. Το τελευταίο και πιο φωτεινό δεν έπεφτε. Μέχρι τις δέκα προστάτευε τον ουρανό.
Σηκώθηκα να βρω τον Yannic που είχε αργήσει να φανεί. Συνήθως με αφήνει μέχρι τις εννιά να χαίρομαι μονάχη εκείνες τις ώρες της αυγής. Πήγα στο σαλόνι απέναντι στην κουζίνα όπου κοιμάται. Δεν ήταν εκεί. Το ντιβάνι όμως το είχα στρώσει εχθές και τα δυο-τρία βιβλία πάνω του στην ίδια θέση. Δεν είχε καθόλου ξαπλώσει; Τον φώναξα έψαξα σ’ όλο το σπίτι. Πουθενά δεν ήταν. Βγήκα στον κήπο.
Ψιλόβρεχε κι ένα κακό φως σκέπαζε όλη την ημέρα. Μια αστραπή μ’ έκανε να χωθώ στην αποθήκη δίπλα στο σπίτι. Ήταν γεμάτη καινούργια χαρτιά ταπετσαρίας από πέρυσι το καλοκαίρι. Είχα αποφασίσει να αλλάξω την παλιά σ’ όλο το σπίτι και όλο το ανέβαλλα. Ο Yannic κρεμόταν από την οροφή. Ο βρόχος ένα χοντρό άσπρο πλαστικό σκοινί βάρκας η Κυβέλη σηκώθηκε και βγήκε από το δωμάτιο. Την έβλεπα να διασχίζει αργά τα δωμάτια αφήνοντας πίσω της τις πόρτες ανοιχτές. Έφευγε. Χωρίς να γυρίσει να με δει βγήκε από την εξώπορτα αφήνοντάς την κι αυτήν ανοιχτή. Εχάθηκε για πάντα; Είχε αρχίσει να νυχτώνει.
Κάποιος στεκόταν στην ανοιχτή εξώπορτα. Πήγα προς τα εκεί ανάβοντας τα φώτα σε όλα τα δωμάτια. Με μια συγκίνηση γιατί νόμισα πως η Κυβέλη είχε ξαναγυρίσει. Ήταν ένας άγνωστος άνδρας γύρω στα τριάντα. Ψηλόλιγνος και κατάχλωμος φορούσε ένα εντυπωσιακό μοντέρνο μαύρο κουστούμι. Το κάτασπρο πουκάμισό του έκανε το πρόσωπό του παρόλη του τη χλομάδα να φαίνεται γκρίζο. Η γραβάτα του ήταν γαλάζια και μαύρη και είχε καλοχτενισμένα γυαλιστερά μαύρα μαλλιά μακριά πίσω. Έμοιαζε με τον τραγουδιστή Nick Cave. Τι θέλετε; Ποιος είστε; ρώτησα κι αυτός προχώρησε μπροστά μπήκε στο σπίτι. Δεν σας ξέρω είπα είμαι βέβαιος πως κι εσείς δεν με ξέρετε. Τα χέρια του ήταν σχεδόν κυανά και σκέφτηκα πως δεν ήταν πολύ κρύα και θα υπέφερε από αυτό. Απέφευγε να με κοιτάξει και προχώρησε προσπερνώντας με πήγε προς το δωμάτιό μου.
Τον ακολούθησα με θυμό για την σιωπή του και την τόλμη του. Στο δωμάτιο στάθηκε για λίγο ακίνητος στρέφοντάς μου την πλάτη. Ξαφνικά γύρισε. Με πλησίασε μ’ αντίκρισε. Τα μάτια του λίγο κοκκινισμένα με κοίταζαν συνεσταλμένα. Αλλά προσπαθούσε να τα κρατήσει στυλωμένα στα δικά μου. Δεν είχα πια θυμό. Σε ανεγνώρισα. Ήρθες να με σκοτώσεις είπα ήρεμα. Αλλά και με μια ευτυχισμένη διέγερση. Είδα στο δεξιό του χέρι. Κρατούσε ένα παράξενο μαχαίρι από λαμπερό σαν το χρυσάφι μπρούντζο. Η πλατειά του λάμα κατέληγε κυρτή σε μια λοξή αιχμή. Σαν τα παλιά μαχαίρια που είχαν ανατολίτες.
Άδειασε όλος μου ο νους άδειασε κι η ψυχή μου. Έκανε μια αστραπιαία χειρονομία στον αέρα. Ένοιωσα έναν οξύ πόνο στο στήθος μου δεξιά εκεί που τελειώναν οι πλευρές. Έσκυψα και είδα με έκπληξη το μαχαίρι να τραβιέται έξω από το σώμα μου. Ένας κρουνός αίμα πετάχτηκε από την τρύπα ανακατεμένο με χολή. Γιατί με σκοτώνεις. Ποιος είσαι ρώτησα έτοιμος να σωριαστώ σε παρακαλώ. Σε παρακαλώ μη. Λυπήσου με μη. Μη με σκοτώσεις παρακάλεσα με ξεπνοϊσμένη φωνή. Λυπήθηκα αβάσταχτα τον εαυτό μου άρχισα να κλαίω. Το χέρι του σαν να μην ανήκε στο ακίνητο σώμα του ανεβοκατέβαινε με απίστευτη ταχύτατα με μεγάλες απλωτές κινήσεις. Όλες προς το επάνω μέρος της κοιλιάς κάτω από το θώρακα. Είπε ψέματα η Κυβέλη είπα με αναφιλητό με παράπονο.
Να ο άγνωστος θάνατός μου. Χωρίς αιτία κι εκείνη την στιγμή. Πίσω από τα κλεισμένα μου βλέφαρα πέρασε η μορφή της Κυβέλης. Πρώτη φορά την έβλεπα έτσι όπως την είδα. Από κάπου με κοίταζε. Σαν ν’ ακουμπούσε καθιστή σ’ ένα τραπέζι με κοίταζε καπνίζοντας. Αλλά ήταν μισόγυμνη και πρόστυχη. Μ’ ένα φτηνό μαύρο κομπινεζόν είχε μόλις σηκωθεί από έναν αισχρό έρωτα. Με κοίταζε συνέχεια με τα πρησμένα μάτια της εξαντλημένη από τους οργασμούς και κάθε τόσο έφερνε το τσιγάρο κι ύστερα την τύλιγε ο καπνός κι ύστερα θυμήθηκα. Το ξεχασμένο άλλο της όνομα.
Την Κυβέλη την έλεγαν και Αρετή. Όμως ποτέ κανείς δεν την είχε φωνάξει έτσι. Άνοιξα τα μάτια. Δεν πονούσα πια και μονάχα αισθανόμουν την βία των χτυπημάτων αλλά κανέναν πόνο. Ήμουν πεσμένος κάτω κι από χαμηλά. Έβλεπα τον άγνωστο γιγάντιο με υψωμένο το μαχαίρι. Σταματημένο στον αέρα έτοιμο να ξαναχτυπήσει. Είναι ζωντανές οι ιδέες! φώναξα σα να προσπαθούσα την τελευταία εκείνη ώρα κι εγώ να τον χτυπήσω και να αντισταθώ και φώναξα με όση δύναμη μου απέμενε υπάρχουν.
Είναι ζωντανές οι ιδέες! Ξαναχτύπησε πάντα στο ίδιο μέρος και πάλι ορθώθηκε και περίμενε κι εγώ. Φοβισμένος για ένα νέο χτύπημα. Έψαξα με απελπισία κάτι για να σκεπάσω. Το σπαραγμένο σώμα μου για ν’ αμυνθώ. Ήρθε καινούργιο χτύπημα. Αλλά αυτή την φορά στο πρόσωπο. Πάνω στο μάγουλό μου κι αισθάνθηκα το μαχαίρι να χώνεται στο κόκκαλο. Να τρυπάει την υπερώα να ξεσκίζει την γλώσσα μου. Μασώντας θρύψαλα οστών ξερνώντας σάλια και αίματα είπα τον θάνατο του Σαρπηδόνα και με αυτόν εσκέπασα. Τις άδικες πληγές μου
ο θάνατος περίμενε να πει όλα τα λόγια
Ύστερα το τέλος άπλωσε άνω στο πρόσωπό του
Και ο φονιάς επάτησε την φτέρνα του στο στέρνο
Με δύναμη τραβολόγησε απ’ τον νεκρό το δόρυ
Φάνη η κορφή του κονταριού με λάφυρο ένα σπλάχνο
Βγήκε μαζί με την αιχμή το διάφραγμα σκισμένο
Εντόσθιο κρυφό μοναχικό στο δόρυ αγκιστρωμένο
-κρεμασμένη στον μπρούντζο έλαμπε
η ψυχή του Σαρπηδόνα
Είδα ολόκληρη τη ζωή μου να τρέχει προς τα εμπρός. Προς ένα τοίχος από φως. Ακούμπησε ήσυχη επάνω του και χύθηκε αραίωσε. Ξεψύχησε πάω στο φως. Στους αιώνες έμεινα εκεί φωτισμένος πεθαμένος.

[όλο το κείμενο από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ με ΚΛΙΚ στον παρακάτω σύνδεσμο]

Ο ποιητής έχει πάντα έναν εχθρό. Η ποίησή του και η ζωή του η ίδια κρέμονται από την αναμέτρησή του μ’ αυτόν. Γιατί η Ποίηση είναι το μοναδικό πράγμα στον κόσμο που έχει αιτία, γι’ αυτό αφανίζεται από κάτι που δεν έχει αιτία. Ποίημα, πάλι, είναι ό,τι δια της βίας σώζεται από τον πόλεμο του Ποιητή μ’ αυτόν τον πανίσχυρο φυσικό του εχθρό – Γιώργος Χειμωνάς Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ, εκδόσεις Κέδρος 1990)

Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

Γιώργος Χειμωνάς, Κι εκεί στις άκρες των χειλιών σα να είχε γλιστρήσει όλη η σάρκα του προσώπου


Ένιωθα σα να ’μουνα κάτι σαν ευμολπίδης από κείνους που κατέχαν τα μυστικά της ζωής και του θανάτου κι έκαμναν μάλιστα και σκοτεινές τελετές στην Ελευσίνα.

 [Γράφω ένα βιβλίο που με αυτό θα βρω τον εαυτό μου και το λέω «Πεισίστρατο»: Είδα χθες ένα όνειρο που ήταν αγάπη. Σε μια στιγμή γέμισα αγάπη και χαμογέλασα με δάκρυα ήταν σαν έκσταση. Ιδού:]

Το Ιατρείο (από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά «ΠΕΙΣΙΣΤΡΑΤΟΣ», Εκδόσεις ΥΨΙΛΟΝ 1960)
Ένα καλοκαίρι πήγαινα σ’ ένα ιατρείο που ήταν στον Άγιο Δημήτριο σ’ ένα μέγαρο που το διόρθωναν κι είχα βαρεμάρα. Έλεγα να τα παρατήσω και να το ρίξω στην εμπρεσιονιστική ζωγραφική μα έλα που ήμουν με βαριές υποχρεώσεις φορτωμένος. Ο Γιατρός αυτός μας φρόντιζε πάντα ήταν λέει και μακρινός συγγενής μας. Τούτο δεν τόξερα πριν τόμαθα άμα με σύστησε στον άλλο γιατρό που του κρατούσε το μισό διαμέρισμα να σας συστήσω το κύριο συνάδελφο (εδώ γέλασα φανερώνοντας τη μετριοφροσύνη μου) και συγγενή μου. Το μεσημέρι στο σπίτι ρώτησα την μάνα τι συγγένεια έχουμε μάνα με τον γιατρό: κι εκείνη μ’ έπλεξε σε κάτι συγγενολογίες που τις ξέχασα κιόλας όμως θυμάμαι πάντα μ’ ευχαρίστηση πως είμαστε συγγενείς μ’ έναν επιστήμονα. Μα καμιά φορά θύμωνα και βαριεστημένος μιλούσα άγρια στην μάνα μα τι δηλαδή εγώ θα ξεπληρώσω τις υποχρεώσεις τις οικογενειακές; κι η μάνα έλεγε ήρεμα έχουμε την ανάγκη του έχεις την ανάγκη του. Όμως δεν ξεχνάω πως μου έδωσε ακουστικά για το επάγγελμα και μου υποσχέθηκε κι ένα πιεσόμετρο. Μόλις το έμαθε η θεία Ναταλία που πάντα φοβόταν πως θα μείνει στον τόπο καμιάν ώρα από την πίεση όλο και ρωτούσε ήρθε το πιεσόμετρο, γιατί ο γιατρός το είχε παραγγείλει στο εξωτερικό. Κι εγώ έλεγα πως όχι δεν ήρθε μα μόλις τόπαιρνα πρώτα αυτηνής την πίεση θάβλεπα. Κι η θεία Ναταλία μου έλεγε αχ το γιατρέλι το κατσούφικο και μου ’δινε γλυκό τριαντάφυλλο που μου άρεσε πολύ.



Θυμάμαι κι εκείνο το πρωινό που με φώναξε ο γιατρός μέσα στο ιατρείο που εξέταζε έναν άρρωστο. Έλα μου είπε ν’ ακούσεις το φυσιολογικό χτύπο της καρδιάς και  μου έβαλε τ’ ακουστικά στα αυτιά. Κι άκουγα την καρδιά τουφ-ταφ-τουφ-ταφ κι ύστερα μου είπε ο γιατρός αυτό το τουφ-ταφ είναι ο φυσιολογικός χτύπος της καρδιάς και πρέπει να το συνηθίσεις γιατί είναι μεγάλη δουλειά να ξεχωρίζεις την καλή από τη βλαμμένη καρδιά. Εγώ ξανάβαλα τα ακουστικά κι άκουγα την καρδιά κι ο άρρωστος που ήταν ένας νεαρός αλλοίθωρος και κοκκαλιάρης γελούσε χαζά με αμηχανία και κοίταζε πότε το γιατρό και πότε εμένα και το πρόσωπό του φαινόταν μπαλωμένο με κόκκινα κομμάτια γιατί δεν ήταν συνηθισμένος να δείχνει την κοκκαλιάρικη γύμνια του κι όλο ντρεπόταν όμως κι εγώ ντρεπόμουν πολύ. Ύστερα ο γιατρός του είπε να κατεβάσει το βρακί του για να του εξετάσει την κοιλιά κι εκείνος σάστισε και κιτρίνισε κι ο γιατρός του φώναξε πιο κάτω κι εγώ έκανα τάχα τον αδιάφορο κι έκανα πως κοιτάζω έναν μεγάλο πίνακα που ’δειχνε έναν γιατρό ασπροντυμένο που πάλευε να τραβήξει μια γυμνή κόρη από την αγκαλιά ενός σκελετού που θα ήταν ο χάρος.
Θυμάμαι πως ήρθανε κάτι έφηβοι του ιστιοπλοϊκού  για εξέταση και σήκωσαν το μέγαρο στο πόδι με τις φωνές και τα χαχανητά τους. Θα πήγαιναν ταξίδι στη Ρόδο κι έλεγε ο καθένας τι θα έφερνε από κει για το κορίτσι του. Ένας έλεγε πως θα του έπαιρνε άρωμα άλλος φουστάνι – ένας είπε πως θα της αγόραζε ένα τόπι ύφασμα κι οι άλλοι έσκασαν στα γέλια και του είπαν ρε συ ο γέρος σου έχει ολόκληρο υφασματάδικο τι θα το κάνεις το τόπι από τη Ρόδο και δόσ’ του γέλια και ξεφωνητά ώσπου άνοιξε η πόρτα του ιατρείου ο γιατρός και τους είπε θέλω ησυχία γιατί εξετάζω άρρωστο. Τότε τα παιδιά που ήτανε φιλότιμα κοκκίνισαν και βάλθηκαν να διαβάζουν με προσοχή τα χαρτιά που φέραν για συμπλήρωση απ’ το γιατρό. Ύστερα ο γιατρός τους έμπασε στο ιατρείο και τους άφησε για να πάει να δει τι κάνουν οι μαστόροι πάνω στο διαμέρισμα που αγόρασε. Τότε εκείνοι ξεσκάλισαν όλα τα χαρτιά που ήταν στο γραφείο και βρήκαν ένα περιοδικό ξενικό που λεγόταν Seminar κι είχε πολλές χρωματιστές εικόνες. Είχε και μιαν εικόνα που ’δειχνε τα απόκρυφα μιας γυναίκας γεμάτα κοκκινίλες και σπυριά κι ένας φώναξε κοίτα κι ο διπλανός του τον σκούντηξε και του είπε σε τόνο αυστηρής επίπληξης ρε συ ξεχνάς πως είσαι αθλητής μα κι αυτός δεν άφηνε με τα μάτια του την εικόνα. Κι ένας άλλος με ρώτησε με ευγένεια μήπως ξέρετε πώς – πώς γίνανε έτσι; κι εγώ για να κάνω τον έξυπνο είπα αδίσταχτα με σιγουριά που φανέρωνε επιστημονική κατάρτιση από το επιδερμόφυτο φυσικά – γιατί είδα κάτω από την εικόνα να γράφει τονισμένα epidermophytum ανάμεσα σε άλλους ακαταλαβίστικους όρους κι είπα θα ’ναι κανένα μικρόβιο.
Θυμάμαι κι άλλα πράγματα που μου τα εμπιστεύτηκε ο γιατρός (σα πρωτοετής της ιατρικής που ήμουν) και μου είπε να μην τα πω πουθενά γιατί ο Ιπποκράτης δεν αφήνει. Διαγνώσεις για ετοιμοθάνατους αορτές ανευρισμένες όγκοι πνευμονικοί έκανε και μελέτη πάνω σε ακτινογραφήματα. Όλα αυτά ήθελα πολύ να τα πω όμως ήμουν υπερήφανος που ο Ιπποκράτης τ’ απαγόρευε ρητά και με την εφηβική μου ελαφράδα ένιωθα σα να ’μουνα κάτι σαν ευμολπίδης από κείνους που κατέχαν τα μυστικά της ζωής και του θανάτου κι έκαναν μάλιστα και σκοτεινές τελετές στην Ελευσίνα.
Θυμάμαι ένα πρωί ήρθε το πνεύμα της αρρώστιας έτσι είπα μόλις την είδα. Ήτανε μια δεσποινίδα που ήρθε νωρίς και ρώτησε μέσα είναι ο γιατρός; και της απάντησα όχι δεν ήρθε ακόμα μα μπορείτε να καθίσετε και να περιμένετε. Ήταν αδύνατη και φαινόταν αναιμική και φορούσε ένα φουστάνι κίτρινο με μαύρους μαιάνδρους. Τα στήθια της κρέμονταν μικρά βαθιές ζάρες στο μέρος εκείνο του φουστανιού δήλωναν την ατροφικότητά τους. Τα χέρια της ήταν άσχημα με δάχτυλα στραβά με τις κλειδώσεις εξογκωμένες κι από τα χαλασμένα πέδιλα φαινόταν τα δάχτυλα των ποδιών κοντά και στενά με νύχια μεγάλα το αριστερό μεγάλο νύχι ήταν σπασμένο στη μέση. Είχε ένα κεφάλι μικρό που το κορνίζωναν μαύρα μαλλιά με φτηνό κατσάρωμα που ήταν πατημένα στα πλάγια και στην κορφή σηκώνονταν ψηλά και πέφταν μπροστά στο μέτωπο και το κρύβανε. Τούτο το μέτωπο πάλι ήταν σαν πρησμένο πάνω από τα μάτια και περισσότερο πάνω από τη ρίζα της μύτης που κατέβαινε καμπούρα μέχρι τα στενά τα σφιγμένα χείλια.
Κι εκεί στις άκρες των χειλιών σαν να είχε γλιστρήσει όλη η σάρκα του προσώπου γι’ αυτό φουσκώναν οι άκρες των χειλιών και σου δίναν την εντύπωση πως τώρα να τώρα τα σφιγμένα χείλια θα σκιστούν και θ’ ανοίξουν και θα ακουστεί ένας λυγμός που θα σου σπαράξει την καρδιά. Σκέφτηκα πως γι’ αυτό έχει σφιγμένα τα χείλια της η κοπέλα. Τα μάτια της μόλις κρατιόνταν μέσα στους κόγχους και μέσα στο μουντό τους άσπρο πλανιόταν η βούλα μεγάλη μ’ ένα φέγγισμα λιποθυμισμένο. Ήρθε ένας κακομοίρης με μεγάλη φαλάκρα και την πήρε και δεν περίμεναν το γιατρό να ’ρθει.

 [Ο Πεισίστρατος είναι η ιστορία ενός εφήβου που αγωνίζεται να υπάρξει και να δικαιωθεί μέσα στη βουβή, εσπερινή Θεσσαλονίκη, με τη γνωστή της πολύτιμη αθλιότητα. Το «υπερβολικό διήγημα», που φαινομενικά είναι όλος ο κόσμος κι όλη η μανία αυτού του εφήβου, είναι ο φοβερός κόπος κι όλη η μανία του να γίνει ο βασιλιάς Καρθαγένης - Γιώργος Χειμωνάς, αποσπάσματα από το ΠΕΙΣΙΣΤΡΑΤΟ του]

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

Γιώργος Χειμωνάς, Ένα κείμενο δεν τελειώνει ποτέ καθώς πάντα ζούμε και ξαναζούμε τις καταστάσεις που ήδη περάσαμε


Κάθε βιβλίο είναι ένα γεγονός ζωής, που τελειώνει με μια πράξη βίας. Θεωρώ τη δημοσίευσή του σαν μια πράξη βίας πάνω σ’ ένα ζωντανό σώμα που ξαφνικά εγώ αποφασίζω να το «τελειώσω»!

 [Έληξε η αμφισβήτηση. Απαφανατίστηκαν οι επαναστάσεις. Καταγγέλθηκε η απάτη κάθε «πρωτοπορίας» Μια οργιαστική Σιγή εβλάστησε σε όλες τις ρωγμές. Προσέξτε πόσο Ακίνητος είναι αυτός ο Νέος Άνθρωπος, πόσον Αμίλητο Φόνο κουβαλάει μέσα του. Θα έρθουν παιδιά, έφηβοι που θα είναι προορισμένοι για το Συναγερμό του νέου Λόγου. Για λέξεις, δηλαδή, που ποτέ δεν διαπράχθηκαν, για νοήματα που ποτέ δεν ορθολογήθηκαν, για εικόνες που ποτέ δεν μιλήθηκαν. Φοβηθείτε τους!]

Αποσπάσματα από τη συνέντευξη του Γιώργου Χειμωνά στη Ναταλία Χατζιδάκι (από το βιβλίο του «Ποιον φοβάται η Βιρτζίνια Γουλφ, Εκδόσεις Καστανιώτη 1995)


Κύριε Χειμωνά, πώς θα συμβουλεύατε έναν υποψήφιο αναγνώστη σας να διαβάσει τα βιβλία σας; Αρχίζοντας από το τελευταίο και τελειώνοντας με το πρώτο ή αντίστροφα; Αρχίζοντας ίσως από το βαθύ ρήγμα του «μεσαίου», που είναι ο «ΓΙΑΤΡΟΣ ΙΝΕΟΤΗΣ», και προχωρώντας ρυθμικά, ανεβαίνοντας εναλλάξ και με προσοχή τις πλαγιές των υπολοίπων;
Εγώ δεν θα μπορούσα να κάνω μια τέτοια υπόδειξη σ’ αυτό τον υποψήφιο αναγνώστη. Θα μπορούσε να το κάνει ένας έμπειρος αναγνώστης ή ένας κριτικός. Εκείνο που θα μπορούσα να πω σ’ αυτόν τον αναγνώστη –να τον συμβουλεύσω – είναι να διαβάσει χωριστά το ένα βιβλίο από το άλλο. Και πρέπει να το εξηγήσω αυτό. Για μένα δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη καμπύλη εξέλιξης από βιβλίο σε βιβλίο. Για μένα κάθε βιβλίο είναι εντελώς χωριστό κι εντελώς ανεξάρτητο από το άλλο. Κι αυτό έχει τη ψυχολογική του εξήγηση. Γιατί για μένα κάθε βιβλίο είναι ένα γεγονός ζωής. Δεν σταματώ απλώς στην πράξη της γραφής, αυτή είναι η τελική φάση και ίσως και η πιο ανώδυνη. Για μένα ένα βιβλίο είναι ένας χρόνος δύο ή τριών ή τεσσάρων ετών όπου ζω ορισμένα πράγματα…

Υπάρχουν αλλαγές ή βελτιώσεις, εννοώ κάνετε διορθώσεις στις δεύτερες και τρίτες εκδόσεις των βιβλίων σας; Νομίζετε πως ο συγγραφέας, αφού παραιτηθεί από το έργο που δημοσιοποιεί, έχει το δικαίωμα να ξαναεπέμβει, να επεμβαίνει επ’ άπειρον;
Όχι. Δεν υπάρχει καμιά αλλαγή ή βελτίωση στις δεύτερες και άλλες εκδόσεις των βιβλίων μου. Από τη στιγμή που για μένα τα βιβλία είναι γεγονότα της ζωής μου, δεν είναι δυνατόν να τα αναπαραγάγω, να τα βελτιώνω ή να τα αλλάζω. Εκτός από αυτό, απαντώντας στο δεύτερο σκέλος αυτής της ερώτησης, πιστεύω πως ο νέος συγγραφέας ασφαλώς κι έχει το δικαίωμα, αν το νομίζει, αν το κρίνει ότι είναι απαραίτητο, να βελτιώνει, να τροποποιεί όπως θέλει κείμενα ήδη δημοσιευμένα. Κι αυτό είναι σύμφωνο με μια άποψη που έχω σχετικά. Πιστεύω ότι ένα κείμενο δεν τελειώνει ποτέ. Ένα κείμενο τελειώνει με μια πράξη βίας. Σαν ένα είδος λογοκρισίας. Γιατί ακριβώς ένα κείμενο δεν τελειώνει, όπως δεν τελειώνουν όλα τα γεγονότα της ζωής μας, που μπορούμε συνέχεια να τα αναπλάθουμε, να τα θυμόμαστε, να τα ξαναζούμε. Το ίδιο συμβαίνει και μ’ ένα κείμενο. Τώρα, αν κάποτε αυτό το πράγμα βγαίνει, δημοσιεύεται, επαναλαμβάνω, αυτό –και κυριολεκτώ- είναι μια πράξη βίας πάνω σ’ ένα ζωντανό σώμα που ξαφνικά εγώ αποφασίζω να το σταματήσω, να το «τελειώσω»

Αλλά βέβαια, ανεξάρτητα από το ίδιο το γεγονός ότι το «κείμενο» μπορεί να συνεχίζεται αδιάκοπα, ανεξάρτητα, ερήμην μας, όπως και η ίδια η ζωή.
Βεβαίως. Κάπου εδώ, ίσως, εμφανίζεται μια αντίφαση. Από τη μια πλευρά, θεωρώ το βιβλίο κλεισμένο σαν ένα γεγονός ζωής, και συνεπώς δεν επιδέχεται καμιά αλλαγή. Από την άλλη πλευρά, θεωρώ ότι το κείμενο είναι ατελείωτο και συνεχίζεται. Η αντίφαση, αν υπάρχει, είναι εντελώς επιφανειακή. Δηλαδή, τα γεγονότα της ζωής μας, ακριβώς όπως θεωρώ και ένα βιβλίο μου, κι αυτά είναι ατέλειωτα. Πάντα ζούμε και ξαναζούμε τις καταστάσεις που ήδη περάσαμε.

Όταν λέτε «γεγονότα της ζωής μου», είναι γεγονότα που αφορούν, ίσως, άλλους και τα βιώσατε, τα είδατε να τα «υφίστανται», να τα ζουν αυτοί οι άλλοι, παράλληλα με άλλα δικά σας που δεν διακρίνονται, που υπάρχουν, ίσως, επικαλυμμένα από αυτά που ζουν οι άλλοι; Ή μήπως υπάρχει η πλήρης αντικειμενικοποίηση αυτών που ζήσατε, αυτών των γεγονότων;
Όχι, δεν μπορώ ν’ απαντήσω με απόλυτη σαφήνεια σ’ αυτό. Ασφαλώς συμβαίνουν και τα δύο. Δηλαδή, μια ύφανση των συγκεκριμένων συμβάντων και των δικών μου βιωμάτων, που κατά κάποιον τρόπο συγχωνεύονται για να βγει το συγκεκριμένο κείμενο.

Μπορεί να υποψιαστεί ο αναγνώστης ότι πίσω ή δίπλα σ’ αυτό το βίωμα που αφηγείται ο συγγραφέας υπάρχουν άλλα βιώματα του συγγραφέα. Αυτά, τα αποκλειστικά ή ιδιωτικά βιώματα του συγγραφέα που δεν φαίνονται, μπορεί να τα υποψιαστεί ο αναγνώστης;
Πιστεύω ότι ο αναγνώστης επικοινωνεί με το δεδομένο κείμενο, με το δεδομένο βίωμα το μη πραγματικό –ας το ορίσουμε έτσι - του συγγραφέα… Υπάρχει πάντα μια «άλλη» περιοχή, μια διπλανή περιοχή, όπου, υποψιάζομαι, εκεί συμβαίνει περισσότερο –δραστικότερα θα έλεγα- αυτή η επαφή αναγνώστη και συγγραφέα. Αλλά μέσα από τα βιώματα που ο ίδιος ο συγγραφέας «παρουσιάζει» στον αναγνώστη. Αυτά κρατούν το βάρος του βιβλίου. Τώρα, αν πέρα από αυτά τα μη πραγματικά βιώματα μπορεί να επικοινωνεί ή να έχει το δικαίωμα ο αναγνώστης να επικοινωνεί και με βιώματα που δεν υπάρχουν, που δεν δίνονται από το συγγραφέα, αλλά ο αναγνώστης τα υποψιάζεται να υπάρχουν δίπλα από τα δοσμένα και αποτελούν κρυμμένα ή πραγματικά βιώματα: πώς μπορεί ο αναγνώστης να είναι σίγουρος γι’ αυτά; Πώς θα αποφύγει τις αυθαίρετες και απλουστευτικές παρερμηνείες; Αυτό το μη πραγματικό βίωμα που δίνει ο συγγραφέας περιλαμβάνει ασφαλώς και το ιδιωτικό ερέθισμα απ’ όπου ξεκίνησε – αλλά τι σημασία έχει αυτό για τον αναγνώστη; Ποιον π.χ. θα ενδιέφερε το γεγονός ότι η «ΕΚΔΡΟΜΗ» είναι ένα βιβλίο στηριγμένο εξ ολοκλήρου στο θάνατο του πατέρα μου; Πάντως η γενική μου απάντηση είναι ότι όλα τα δικαιώματα του κόσμου είναι με το μέρος του αναγνώστη. Στον αναγνώστη ασφαλώς επιτρέπεται οποιοσδήποτε τρόπος αντίληψης, ολοκλήρωσης της υποδοχής της προσφοράς εκ μέρους του συγγραφέα. Εκεί δεν μου φαίνεται ότι υπάρχει ούτε όριο ούτε καν τίθεται θέμα δικαιώματος. Από την άλλη πλευρά όμως, ο συγγραφέας πιστεύω ότι μπορεί να απαιτήσει από τον αναγνώστη μια στοιχειώδη, θα ’λεγα, υποχρέωση: να διαβάζει με σοβαρότητα και προσοχή. Αν φυσικά το κείμενο το αξίζει.
[επιλεγμένα αποσπάσματα από συνέντευξη του Γιώργου Χειμωνά που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΔΙΑΒΑΖΩ τεύχος 80 2-11-83]

[Κρατώ για την τέχνη ένα παράξενο αίσθημα, ένα συνδυασμό δέους και στοργής κι αυτό ίσως οφείλεται στην ιδέα που έχω για την τέχνη: ότι αποτελεί ένα μοναχικό πάντα φαινόμενο, που έρπει αβοήθητο κι αυτόφωτο στις σκοτεινές παρυφές της ιστορίας και της ομολογημένης γνώσης – είναι ένα άβατο, όπου τα περιβάλλοντα πράγματα και οι άλλες, έξω της τέχνης, δράσεις του ανθρώπου πολύ εξωτερικούς μετασχηματισμούς μπορούν να δεχθούν ή και να επιφέρουν - Γιώργος Χειμωνάς, Ποιον φοβάται η Βιρτζίνια Γουλφ, Εκδόσεις Καστανιώτη,1995]

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2012

Γιώργος Χειμωνάς, Δύο μεγάλες βαλίτσες δεμένες και δίπλα τους οι δύο γυναίκες σαν ακουμπισμένες πάνω σ’ ένα ακίνητο ταξίδι


Τίποτα δεν υπολογίσαμε κι όλα τ’ αφήσαμε με μιαν εξιδανικευμένη εμπάθεια και μ’ έναν πένθιμο ηρωισμό: τη ραγισμένη αξιοπρέπεια  των υβρισμένων αισθημάτων, την τρυφερότητα του χαδιού μιας ακατανίκητης ψυχής κι αυτό το κόσμημα μιαν εξαίσια συμμετρία και ανεκτίμητη χειροποίητη τέχνη

Ταξίδεψα νύχτα το άγρυπνο σώμα μου. Έφτασα πρωί στις έντεκα. Με τσιριχτές φωνές με υποδέχθηκε στο δρόμο μια νησιωτική απάθεια του ήλιου. Όπως ο ήλιος τίποτα δεν με φωτίζει. Όπως ο ήλιος ανεβαίνω μακριά και μακριά χάνομαι όταν χάνεται. Κάποιος στον κόσμο πρέπει να ξέρει την αλήθεια και είναι η ευκαιρία μας να ζήσουμε την αληθινή ζωή. Ιδού:

Το κόσμημα (από το βιβλίο του Γιώργου Χειμωνά «ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΜΟΥ», Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ 1984)

Στο Παρίσι νοίκιασα. Απέναντι στον μεγαλοπρεπή σταθμό Lyon εκατοικούσα κλεισμένος. Ήταν ένα πολύ μεγάλο διαμέρισμα της εποχής Haussmann. Υψηλά τζάκια περίτεχνων μαρμάρων και οι ωχροί καθρέφτες. Έφταναν μέχρι την ανάγλυφη οροφή έλαμπαν στην ομίχλη των απέραντων δωματίων. Το παιδί μου ήταν συνέχεια άρρωστο. Τρεις μέρες κοιμόταν συνέχεια. Δάκρυζα κι έβλεπα συνέχεια το ακίνητο καστανό κεφαλάκι του. Ξαφνικά βγήκα στο διάδρομο. Εκεί αναγνώρισα και με περίμεναν. Βουβές κι ασάλευτες μέσα στο ημίφως. Επάνω στο βαθυκόκκινο βελούδο που σκέπαζε τα πάντα. Δύο μεγάλες βαλίτσες δεμένες και δίπλα τους οι δύο γυναίκες. Σαν ακουμπισμένες πάνω σ’ ένα ακίνητο ταξίδι. Η κυρία Δ. και η κόρη της Ειρήνη. Φαίνεται με είχαν ακολουθήσει. Πριν δύο μέρες είχαν φτάσει από την Ελλάδα. Πέρασαν εκεί τις νύχτες και με περίμεναν εκεί. Όρθιες στον διάδρομο. Έτρεμαν από την κακουχία και η κυρία Δ. λέει με ψιθυριστή φωνή και μ’ ένα λυγμό πώς να σου ζητήσω συγγνώμη αλλά τι φταις εσύ.
Εσύ. Εσύ φώναξε με ξαφνική απόγνωση. Θυμωμένη φώναξε δυνατά τρέμω ολόκληρη από θυμό έχω μέρες. Να γείρω το κεφάλι μου από το θυμό. Πού μας παρέσυρες δεν θα σας συγχωρήσω ποτέ σε τι κόλαση ντροπής και απελπισίας μας παρασύρατε πού ξανακούστηκε μάνα και κόρη. Ερωτευμένες μαζί σας ας πέθαινα κοίτα την! λυπήσου την μάλωσέ την! πες της! την ψυχή μου! την ζωή μου! έδειχνε στάζοντας την κόρη της. Νεαρή γυναίκα είκοσι χρονών αλλά θρήσκα. Κρατούσε ακόμα το άσπρο της πρησμένο πρόσωπο του κοριτσιού. Με μιαν εξιδανικευμένη εμπάθεια ταγμένη στα θεία. Πάντα ντυνόταν στα μαύρα. Την τελευταία φορά που την είδα έσκυβε. Με μιαν λύπη κι ένα πένθιμο ηρωισμό. Είπε με άυπνη κούραση βαριά από χθες είμαι αγία.


Ήταν η ώρα έξι του πρωί και ένα φως βεράντας άναψε απέναντι. Από το σπίτι μας κι από κείνη τη στιγμή κατάλαβα. Ότι είμαι αγία. Τώρα εκεί στο διάδρομο την έβλεπα να με κοιτάζει. Νυσταγμένη ταλαντεύονταν και δεν με άφηνε από τα μάτια της. Σχεδόν γυμνή όπως φανταζόταν πως ντύνονται οι πόρνες. Ένα κοντό φόρεμα σαν μαγιό από φανταχτερό πράσινο σατέν. Την έσφιγγε και πετάγονταν προς τα έξω γυμνοί οι μαστοί της με τις ρόδινες πλατιές θηλές κι από κάτω. Από μια μπροστινή σχισμή πρόβαλλε το σκοτεινό αιδοίο της γυάλιζε μέσα στο σούρουπο του διαδρόμου. Τελευταία το φως μας είχε παραδώσει. Εμάς μην μας υπολογίζεις. Εκεί που τόσο σ’ αγαπάμε λέει η κυρία Δ.. Τίποτα δεν υπολογίσαμε κι όλα τα αφήσαμε. Την οικογένειά μας κι όλους και όλα τα αφήσαμε και ήρθαμε. Είσαι η ζωή μας είπε με μιαν υπερβολική και προκλητική αφοσίωση με μιαν ανεξικακία προκλητική.
Την ραγισμένη αξιοπρέπεια των υβρισμένων αισθημάτων. Έσπασε το κλάμα που τόσο καιρό κρατούσα μην κλαις μικρούλη λέει η Ειρήνη παιδικά και μου χάιδευε το κεφάλι. Την τρυφερότητα του χαδιού την σκλήρυνε η αδεξιότητα της κίνησής της. Άκαμπτο το χέρι της κουνιόταν από τον ώμο και πηγαινοερχόταν ρυθμικά και αυστηρά πάνω στο κεφάλι μου. Έτσι το στοργικό της ακούμπημα έγινε μηχανικό κι αφηρημένο και βάραινε πάνω στα μαλλιά μου. Τι φοβερά πράγματα σε περιμένουν μικρούλη λέει η Ειρήνη. Είπε με μια συμπόνια προσποιητή και όχι επειδή είχε κακία για μένα. Αλλά είχε χάσει οριστικά κάθε φυσικότητα με τους ανθρώπους. Η προσποίηση ήταν πια ο μοναδικός της τρόπος να φέρεται προς τους ανθρώπους. Ωστόσο κάτι σαν διασκέδαση παιχνίδιζε στο βάθος της σκέψης της. Με κοίταζε από πάνω με τα θολά της μάτια.

Μία ακατανίκητη νύχτα ψυχής την είχε καταλάβει μόλις κρατιόταν όρθια. Ποτέ πια δεν θα ξυπνούσε. Τότε με πόνο τη λυπήθηκα με συγκινημένη στοργή. Έφερα στο νου μου την ώρα που η κυρία Δ. Η κυρία Δ. άρχισε να εξιστορεί με φωνή γρήγορη και χαμηλή. Αλλά και με κάποιον συνεπαρμένο χαριτωμένο τρόπο για να απαλύνει. Τους εξευτελισμούς που έπαθαν την περιπέτεια τους να διανυκτερεύσουν και να εγκατασταθούν. Σ’ εκείνον τον ξένον διάδρομο. Τον καβγά της με τον gerant της πολυκατοικίας. Τις απρέπειες της παραδουλεύτρας Madame Sougnol για την εμφάνιση της Ειρήνης και τότε έφερα στο νου. Το άλγος και το σκοπό αυτού του ταξιδιού μου στη Γαλλία. Με απροσδόκητο και συναισθηματικό μήνυμα με είχαν καλέσει με μιαν αγωνία. Ελάτε. Και το παιδί. Ο βασιλιάς λάμπει εκτυφλωτικά. Σ’ εκείνο το εκτυφλωτικά είχαν αποθέσει την εμφάνιση του κινδύνου. Το μήνυμα προερχόταν από έναν παλιό μου γνώριμο. Σχεδόν λησμονημένος πια ένας γιατρός που εργαζόμασταν μαζί πριν από χρόνια στην Sainte Anne. Λεγόταν Labeaute.
Συχνά αποξεχνιόμουν και κοίταζα το καγκελόφραχτο μεγάλο παράθυρο του δημοσίου Ιατρείου. Παρατηρούσα με τις ώρες τον έφιππο μπρούτζινο άγαλμα της αυλής. λαμπύριζε μέσα στην ψιλή βροχή. Encore le roi luisant έλεγε τότε εκείνος. Αυτός ο άνθρωπος είχε μια παράξενη ωραιότητα σαν Φαύνος. Το στόμα του λίγο πλαδαρό και τα μάτια του γαλανά και βαθιά. Μαυριδερός ανέδιδε μια παράξενη λαγνεία. Είχε κι αυτός ένα παιδί στην ηλικία του δικού μου. Συζούσε με την Y vonne. Την θυμόμουν από τότε. Ήταν πάντα εχθρική και σκυθρωπή. Με την χαρακτηριστική κατήφεια εκείνων που ποτέ δεν αθώωσαν ανθρώπους. Την είχα βοηθήσει σε μια μετακόμιση. Μετέφερα τα πράγματά της στο μικρό διαμέρισμα που είχε πιάσει στον περιφερειακό του Παρισιού. Δεν ξεχνώ και με μια συγκίνηση θυμάμαι. Ένα προς ένα τα λιγοστά και φτωχικά της πράγματα. Δύο κηροπήγια κι ένα μικρό αμπαζούρ από πάπυρο. Μια ξύλινη καρέκλα και πάνω της ένα μαξιλάρι που το είχε ράψει η ίδια αποβραδύς. Από ακριβή παλιά στόφα. ΄να ψηλό τραπεζάκι όπου έγραφε. Τα χρησιμοποιούσαν οι ράφτρες και τα λέγαν travailleuses. Ένα καμινέτο γκαζιού κι ένα σιδερένιο κρεβάτι με θαλασσί σκέπασμα. Ένα ράφι για βιβλία και δεν είχε παρά μερικά παιδικά της Comtese de Segur κι έναν Montesquieu. Απαξίωσε να με ευχαριστήσει. Μου είπε εσείς οι Έλληνες. Είσθε έθνος αχθοφόρων.

Πάντοτε μου συμπεριφέρονταν ακατάδεκτα και προσβλητικά. Με μιαν ορμητική και αδικαιολόγητη ένταση. Μια νύχτα μείναμε μαζί ως αργά στο σπίτι μιας φίλης της. Η φίλη της έφυγε και πήγε μέσα να κοιμηθεί ζαλίστηκε από το κρασί. Η Y vonne σώπαινε. Είπε το muscadet φέρνει άσχημο ύπνο. Κάθε τόσο ψηλαφούσε την μικρή ασημένια της τσάντα. ξαφνικά σήκωσε τα μάτια της και με κοίταξε. Πρώτη φορά με κοίταξε στα μάτια. Το βλέμμα της καθαρό με μιαν ευτυχισμένη ησυχία και είπε πρώτη φορά σας κοίταξα τότε. Πριν πολύ καιρό τότε. Από τότε σας πρόσεξα. Από πάντα ήμουν ερωτευμένη μαζί σας είπε η Y vonne σας αγαπώ. Κανέναν δεν θα αγαπήσω όπως εσάς. Έφυγα και με πήρε από πίσω. Γυμνή έτρεχε πίσω μου κατέβηκε τη σκάλα. Στάθηκε στη μεγάλη γυάλινη εξώθυρα. Από μακριά γύρισα και είδα. Στεκόταν εκεί και φώναζε. Ο Labeaute έσκυψε και είπε με αγωνία αυτή η γυναίκα. Είμαστε και οι δυο εβραίοι. Η Y vonne είναι εβραία της Θεσσαλονίκης. Εκεί γεννήθηκε. Σας παρακαλώ ό,τι σας πω μην το πείτε πουθενά. Σε κανέναν. Το όνομά μου δεν είναι πραγματικό. Δεν λέγομαι Labeaute. Λεγόμουν Latobias. Από κάποια γυναίκα του γένους μου. Σύζυγο ενός εβραίου που λεγόταν Tobias. Αυτό είναι το πραγματικό μου όνομα Latobias.
Μετά εμφανίστηκε μια ομορφιά σαν ένα στίγμα. Από πολύν καιρό οι άνδρες Latobias έχουν μιαν ομορφιά κληρονομική. Εξαιτίας της ονομάστηκε Labeaute. Αυτή η ταραγμένη εξομολόγησή του ήταν μάταιη. Αισθανόμουν την αγωνία του αλλά με απωθούσε η ευτέλεια των αποκαλύψεων. Έβλεπα πολλή ώρα το πρόσωπο του Labeaute. Πιο ερωτικό σε άνδρα ή σε γυναίκα δεν είχα ξαναδεί. Η πραγματική ομορφιά του ανθρώπου κατάγεται πάντα και πάντα κρατάει από την ασχήμια. Όμως έτσι αξιολύπητος και δαρμένος μου φάνηκε αποκρουστικός. Αηδιαστικός σαν σκουλήκι. Τώρα που λιποψυχούσε στα πόδια μου άνανδρος. Άναρθρος γιατί ο Labeaute μονάχα με αόριστες και ανάξιες λέξεις. Τα λεγόμενά του ερήμωναν με τον καιρό.

Μια σιωπή σαν στάχτη κάθιζε πάνω από τις σημασίες της ζωής του. Όλα με κάτι σαν τριγμό τα υπονοούσε. Κάποια σχέση έπρεπε να έχουν όλα αυτά με την ομορφιά του που χανόταν. Ο λαιμός του είδα πως ήταν φριχτά γερασμένος και τα ρωμαϊκά μαλλιά του. Τραχιά σαν ζώου. Ξανά είδα ξανά εκείνην την παλιά εικόνα. Τους είχα καλέσει σε δείπνο στο σπίτι μου. Χτύπησε η πόρτα. Εκείνα τα παλιά κουδούνια που τα κουρδίζεις. Άνοιξα αλλά δεν ήταν αυτοί. Ήταν ένας νεαρός γάλλος. Χλωμός και ξανθός με εκείνο το εύθραυστο φύλο. Νέων ανθρώπων του βορρά. Καθόταν στη σοφίτα του απέναντι σπιτιού. Από καιρό ήξερα πως με παρακολουθούσε από το παράθυρό του. Κάθε φορά που σήκωνα το βλέμμα μου. Αποτραβιόταν με βιασύνη από το παράθυρό του. Κάθομαι απέναντι λέει και η δειλία του τον τράνταξε. Υποδύομαι τον Ορέστη. Αφού είστε Έλληνας. Θέλω να έρθετε να με δείτε. Είναι στην Cite.
Ποιες φοβερές συμπτώσεις ξεθάβουν τις ζωές μας. Είναι σαν να τις ξεθάβουν. Σας ξέρω από καιρό. Είμαι φοιτητής της Ιατρικής. Από τις συγκεντρώσεις της Τρίτης. Τότε που εκείνη η Noelle. Ακούστε με οι ψυχές των τρελλών. Είναι πρώτες. Πρόφερε ελληνικά τη λέξη πρώτες. Περισσότερο από κάθε άλλον εσείς. Πρέπει να εκτιμήσετε αυτό το πρώτες. Καμία μνήμη κόσμου. Ο κόσμος γίνεται την ώρα εκείνη εμπρός τους. Τέσσερα χρόνια είχε να μιλήσει. Ξαφνικά σηκώθηκε. Μέσα από το πλήθος των τρελών γυναικών σας έδειξε. Ήξερε ότι είστε έλληνας. Τίποτε άλλο δεν ήξερε από σας. Παρά ότι είστε έλληνας. Έπαψαν ξαφνικά όλες οι ομιλίες και είπε. Με μαλακιά φωνή και η φωνή της ήταν θαρρώ γοητευτική. Σαν να σας παρουσίαζε είπε. Αυτός είναι. Σας έδειξε και σας πρόδωσε στον κόσμο άρχισε να κλαίει ένα σιγανό κλάμα. Με ταραχή και αμηχανία τον έδιωξα μην έρθουν. Όσο πλησίαζε η ώρα ταρασσόμουν. Όταν φανήκαν η ταραχή μου έγινε μεγάλη.

Η ομορφιά τους και προπαντός η σχέση τους με αναστάτωνε. Αυτός φορούσε ένα μαύρο μεταξωτό φράκο. Όπως ήταν η μόδα τότε στο Παρίσι από μέσα ήταν γυμνός. Σ’ όλο του το πρόσωπο και πάνω στο άτριχο ξυρισμένο του στήθος. Χυνόταν μια χρυσόσκονη. Έλαμπε το ημίγυμνο σώμα του. Στο λαιμό του είχε ένα φουλάρι. Είχε χρώμα κατακάθι κρασιού. Η Y vonne  τον είχε στολίσει έτσι και τον είχε εοιμάσει. Η Y vonne παρουσιάστηκε με μια σεμνότητα. Το φόρεμά της είχε το χρώμα εκείνου του κρασιού. Κρατούσε πάντα την μικρή ασημένια τσάντα. Όρθιο το κεφάλι της και το φαρδύ της μέτωπο. Έμοιαζε να κυμάτιζε ως τα κοντά ξανθά μαλλιά της. Το λαμπερό φόρεμα του κρασιού έδενε συγκρατούσε το οργισμένο σώμα της. Εκείνο το άνοιγμα της πόρτας κι εκείνη η λάμψη τους. Μετά είναι το σκοτάδι.
Σφαλώ τα μάτια μου και είναι ακόμα εκεί και πάει για να σβήσει. Ο μικρός αστερισμός στο πλήθος του Labeaute. Τι προσπαθείτε να μου πείτε ρώτησα με θυμό και με αγωνία. Ο Labeaute με κοίταξε μέσα από τη βαθιά σιωπή του. Ο Labeaute φώναξε όλα θα σας τα πάρει. Ό,τι είστε ό,τι έχετε. Αυτή με έβαλε να σας ειδοποιήσω. Σχεδόν τον άκουα τον λόγο που σφάδαζε πάνω απ’ τη φωνή του. Ξαφνικά ίδρωσα ναι. Φαίνεται να γνωρίζει είπα κι τρόμαξα. Όσοι κι όποιοι με έφερναν στον κόσμο από αιώνες κι αυτούς που έφερνα κι εγώ. Όλα όσα ενώθηκα από την αρχή του κόσμου. Τα αισθάνθηκα εκείνη την στιγμή να φεύγουν να μ’ αφήνουν. Όγκοι χωμάτων κύλησαν. Γυμνός μονάχος βρέθηκα ξανά. Περίμενα ξανά ο κόσμος ν’ αρχίσει.

Θα σας πει για τους πραγματικούς γονείς του παιδιού σφύριξε ο Lebeaute πνιγμένος. Επειδή η Y vonne είχε κιόλας φανεί. Την συνόδευαν δύο. Η Y vonne μου φάνηκε εύσωμη. Φορά ένα μακρύ άσπρο φόρεμα και τα μανίκια σχισμένα. Έπεφταν μακριά στο πλάι ως κάτω σαν βασανισμένα φτερά. Τα μαλλιά της είχαν λιγοστέψει πολύ. Ήταν τραβηγμένα πίσω σ’ έναν μικρό χαμηλό κότσο. Έτσι το κεφάλι της ορθωνόταν πιο υπεροπτικό. Αλλά τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα. Πάνω στα γυμνά της μπράτσα είδα σημάδια. Από αγνώστους πολλούς εμβολιασμούς. Οι εμβολιασμοί είχαν τελείως παραμορφώσει το δέρμα. Τότε είδα εκείνους τους δύο. Τους πραγματικούς γονείς του παιδιού μου. Με τι έντρομο κόπο με τι αγωνία. Με τι ασύγκριτη αγάπη το είχα γεννήσει. Με τι σπαραγμένη αγάπη το μεγάλωνα. Α θαμπό πρωί στον Jardin des Plantes. Εγώ και το παιδί μου ευλογημένα πρωινά.
Βγαίναμε σε περίπατο και γύρω μας τους έβλεπα τρέχαν παντού μας πρόσεχαν και μας φυλάν. Έλληνες στρατιώτες από την Κόρινθο. Η Ειρήνη έσφιξε το χέρι μου. Ύστερα λύγισε κι έπεσε αργά στα πόδια της μητέρας της. Κοιμισμένη αλλά είχε τα μάτια ανοιχτά. Μέσα από κείνο το σφίξιμο πέρασε στο σώμα μου. Όλος ο τρόμος κι όλων των ανθρώπων. Την ώρα αυτή. Που η ψυχή μου καταστρεφόταν την ώρα εκείνη. Σαν ένα μικρό φως μια ελπίδα. Αλλά από αυτό το φως κι από αυτήν την ελπίδα κρεμάστηκα. Ολόκληρη η ζωή του παιδιού μου κρεμάστηκε την ώρα εκείνη από ένα κόσμημα. Εκείνη η άγνωστη μητέρα είχε ένα κόσμημα στο στήθος της μια καρφίτσα. Άστραφτε με μιαν εξαίσια συμμετρία και ανεκτίμητη χειροποίητη τέχνη. Τάξη των λάμψεων και είπα ίσως έχουν καλοσύνες που εγώ δεν είμαι άξιος. Κι αυτό το κόσμημα φανερώνει. Παιδί μου μιαν ευγένεια γης παιδί μου. Με αυτούς τους γονείς. Μ’ αυτό εκεί το κόσμημα παιδί μου. Ίσως αυτό το κόσμημα να εγγυάται.

 [Ακατοίκητο άγνωστο τοπίο ξένο κι εγώ που ποτέ δεν αγάπησα άνθρωπο ή τόπο, πρόλαβα και είδα ρυάκια στους τοίχους. Μια γνώριμη και διαπεραστική οσμή καπνού με χτύπησε κι από πηχτά μαύρα νερά αναδύθηκε και πάλι καταποντίστηκε η Θεσσαλονίκη που πάρθηκε κι είχε χαθεί για πάντα - Γιώργος Χειμωνάς, αποσπάσματα από τα ΤΑΞΙΔΙΑ του]